κανονισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανονισμένος < παθητική μετοχή του κανονίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κανονισμένος -η, -ο

  1. που έχει κανονιστεί, προγραμματισμένος
    το ραντεβού είναι κανονισμένο για αύριο στις 6:00

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]