Μετάβαση στο περιεχόμενο

arrange

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας arrange
γ΄ ενικό ενεστώτα arranges
αόριστος arranged
παθητική μετοχή arranged
ενεργητική μετοχή arranging

arrange (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κανονίζω, ορίζω, οργανώνω, διοργανώνω, σχεδιάζω κάτι εκ των προτέρων
    παράδειγμα  I am arranging a meeting.
    Κανονίζω μια συγκέντρωση.
    παράδειγμα  I arranged for you to meet him.
    Κανόνισα να τον συναντήσεις.
    παράδειγμα  Nothing is arranged yet.
    Τίποτα δεν είναι κανονισμένο ακόμα.
    παράδειγμα  on the arranged day - την ορισμένη μέρα
    παράδειγμα  I’m arranging a new meeting.
    Ορίζω μια νέα συνάντηση.
    παράδειγμα  I arrange a demonstration.
    Οργανώνω/Διοργανώνω μια διαδήλωση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη organize
  2. (μεταβατικό) τακτοποιώ, διατάσσω, βάζω κάτι σε μια συγκεκριμένη σειρά· κάνω κάτι νοικοκυρεμένο ή ελκυστικό
    παράδειγμα  She arranged the flowers in a vase.
    Τακτοποίησε τα λουλούδια σε βάζα.
    παράδειγμα  Your books should be arranged on the bookshelf and not at the floor.
    Τα βιβλία σου να είναι τακτοποιημένα στη βιβλιοθήκη και όχι στο πάτωμα.
    παράδειγμα  She arranged the bibliography alphabetically.
    Διέταξε τη βιβλιογραφία αλφαβητικά.
    παράδειγμα  Their furniture is arranged well.
    Αυτά τα έπιπλα τους είναι καλά διαταγμένα.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη tidy

Σύνθετα

[επεξεργασία]