arrange
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | arrange |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | arranges |
| αόριστος | arranged |
| παθητική μετοχή | arranged |
| ενεργητική μετοχή | arranging |
Ρήμα
[επεξεργασία]arrange (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κανονίζω, ορίζω, οργανώνω, διοργανώνω, σχεδιάζω κάτι εκ των προτέρων
I am arranging a meeting.
- Κανονίζω μια συγκέντρωση.
I arranged for you to meet him.
- Κανόνισα να τον συναντήσεις.
Nothing is arranged yet.
- Τίποτα δεν είναι κανονισμένο ακόμα.
on the arranged day - την ορισμένη μέρα
I’m arranging a new meeting.
- Ορίζω μια νέα συνάντηση.
I arrange a demonstration.
- Οργανώνω/Διοργανώνω μια διαδήλωση.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη organize
- (μεταβατικό) τακτοποιώ, διατάσσω, βάζω κάτι σε μια συγκεκριμένη σειρά· κάνω κάτι νοικοκυρεμένο ή ελκυστικό
She arranged the flowers in a vase.
- Τακτοποίησε τα λουλούδια σε βάζα.
Your books should be arranged on the bookshelf and not at the floor.
- Τα βιβλία σου να είναι τακτοποιημένα στη βιβλιοθήκη και όχι στο πάτωμα.
She arranged the bibliography alphabetically.
- Διέταξε τη βιβλιογραφία αλφαβητικά.
Their furniture is arranged well.
- Αυτά τα έπιπλα τους είναι καλά διαταγμένα.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη tidy
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- arrange - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 632, 865. ISBN 9780194325684., λήμμα: ορίζω, τακτοποιώ