arrangement
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| arrangement | arrangements |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]arrangement (en)
- (συνήθως πληθυντικός) η διευθέτηση, η ρύθμιση, η ετοιμασία που κάνω για να γίνει κάτι
I’ll make the necessary arrangements for you to be met at the airport.
- Θα κάνω τις απαραίτητες διευθετήσεις ώστε να σας υποδεχτούν στο αεροδρόμιο.
Travel and accommodation arrangements have been finalized.
- Οι ρυθμίσεις για το ταξίδι και τη διαμονή έχουν οριστικοποιηθεί.
I made arrangements for the trip.
- Έκανα ετοιμασίες για το ταξίδι.
- ≈ συνώνυμα: preparation
- (συνήθως πληθυντικός) η διευθέτηση, ο τρόπος οργάνωσης ή διευθέτησης των πραγμάτων
We have new security arrangements for the stadium.
- Έχουμε νέες διευθετήσεις ασφαλείας για το στάδιο.
There are special arrangements for people working overseas.
- Υπάρχουν ειδικές διευθετήσεις για άτομα που εργάζονται στο εξωτερικό.
He works under a part-time employment arrangement.
- Εργάζεται σε καθεστώς ημιαπασχόλησης.
She’s happy with her unusual living arrangements.
- Είναι ικανοποιημένη με τον ασυνήθιστο τρόπο που έχει οργανώσει τη διαβίωσή της.
Their domestic arrangements were considered unconventional at the time.
- Ο τρόπος που είχαν οργανώσει τη ζωή στο σπίτι θεωρούνταν αντισυμβατικός για την εποχή.
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η συμφωνία, η διευθέτηση, συμφωνία που κάνω με κάποιον και την οποία μπορούν να αποδεχτούν και οι δύο πλευρές
We can come to an arrangement over the price.
- Μπορούμε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία σχετικά με την τιμή.
There is an arrangement between the school and the parents.
- Υπάρχει μια διευθέτηση μεταξύ του σχολείου και των γονέων.
- η διάταξη
- (μουσική) διασκευή, προσαρμογή, ενορχήστρωση, επανενορχήστρωση
Πηγές
[επεξεργασία]- arrangement - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 340. ISBN 9780194325684., λήμμα: ετοιμασία
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| arrangement | arrangements |
arrangement (fr) αρσενικό
- η διάταξη
- η τακτοποίηση, η διευθέτηση
- (μουσική) η διασκευή