Μετάβαση στο περιεχόμενο

arrangement

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
arrangement arrangements

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
arrangement < arrange + -ment

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

arrangement (en)

  1. (συνήθως πληθυντικός) η διευθέτηση, η ρύθμιση, η ετοιμασία που κάνω για να γίνει κάτι
    παράδειγμα  I’ll make the necessary arrangements for you to be met at the airport.
    Θα κάνω τις απαραίτητες διευθετήσεις ώστε να σας υποδεχτούν στο αεροδρόμιο.
    παράδειγμα  Travel and accommodation arrangements have been finalized.
    Οι ρυθμίσεις για το ταξίδι και τη διαμονή έχουν οριστικοποιηθεί.
    παράδειγμα  I made arrangements for the trip.
    Έκανα ετοιμασίες για το ταξίδι.
     συνώνυμα: preparation
  2. (συνήθως πληθυντικός) η διευθέτηση, ο τρόπος οργάνωσης ή διευθέτησης των πραγμάτων
    παράδειγμα  We have new security arrangements for the stadium.
    Έχουμε νέες διευθετήσεις ασφαλείας για το στάδιο.
    παράδειγμα  There are special arrangements for people working overseas.
    Υπάρχουν ειδικές διευθετήσεις για άτομα που εργάζονται στο εξωτερικό.
    παράδειγμα  He works under a part-time employment arrangement.
    Εργάζεται σε καθεστώς ημιαπασχόλησης.
    παράδειγμα  She’s happy with her unusual living arrangements.
    Είναι ικανοποιημένη με τον ασυνήθιστο τρόπο που έχει οργανώσει τη διαβίωσή της.
    παράδειγμα  Their domestic arrangements were considered unconventional at the time.
    Ο τρόπος που είχαν οργανώσει τη ζωή στο σπίτι θεωρούνταν αντισυμβατικός για την εποχή.
  3. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η συμφωνία, η διευθέτηση, συμφωνία που κάνω με κάποιον και την οποία μπορούν να αποδεχτούν και οι δύο πλευρές
    παράδειγμα  We can come to an arrangement over the price.
    Μπορούμε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία σχετικά με την τιμή.
    παράδειγμα  There is an arrangement between the school and the parents.
    Υπάρχει μια διευθέτηση μεταξύ του σχολείου και των γονέων.
  4. η διάταξη
  5. (μουσική) διασκευή, προσαρμογή, ενορχήστρωση, επανενορχήστρωση



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
arrangement arrangements

arrangement (fr) αρσενικό

  1. η διάταξη
  2. η τακτοποίηση, η διευθέτηση
  3. (μουσική) η διασκευή

Συγγενικά

[επεξεργασία]