ετοιμασία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ετοιμασία ετοιμασίες
γενική ετοιμασίας ετοιμασιών
αιτιατική ετοιμασία ετοιμασίες
κλητική ετοιμασία ετοιμασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ετοιμασία < ετοιμάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ετοιμασία θηλυκό

  1. ..........→ Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
  2. Στον πληθυντικό η λέξη χρησιμοποιείται όταν για να ετοιμαστεί κάτι ή για να είναι κάποιος έτοιμος, χρειάζονται πολλές διαδικασίες και συμμετέχουν πολλοί στην προπαραρασκευή
    οι ετοιμασίες για το γάμο
    οι ετοιμασίες για πόλεμο
  3. θρησκευτικός όρος για την ετοιμασία του θρόνου και την σχετική παράσταση σε αγιογραφίες, για τη Δευτέρα Παρουσία.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]