έτοιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική έτοιμος έτοιμη έτοιμο
γενική έτοιμου έτοιμης έτοιμου
αιτιατική έτοιμο έτοιμη έτοιμο
κλητική έτοιμε έτοιμη έτοιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική έτοιμοι έτοιμες έτοιμα
γενική έτοιμων έτοιμων έτοιμων
αιτιατική έτοιμους έτοιμες έτοιμα
κλητική έτοιμοι έτοιμες έτοιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έτοιμος < αρχαία ελληνική ἕτοιμος / ἑτοῖμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈε.ti.mɔs/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έτοιμος, -η, -ο

  1. που έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες για να προχωρήσει σε μια πράξη ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση
    έφτιαξα τις βαλίτσες μου και είμαι έτοιμος για ταξίδι
    ήταν έτοιμος να πεθάνει για την πατρίδα του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: προετοιμασμένος
  2. που λόγω χαρακτήρα ή συνθηκών έχει διαρκώς μια τάση να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με πάγια τακτική, παρόμοιο τρόπο
    Αμάν πια! Έτοιμος για καβγά είσαι πάντα!
  3. που έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή του ή οποιαδήποτε άλλη εργασία (επισκευή, συντήρηση κλπ)
    το αυτοκίνητό σας θα είναι έτοιμο σε καμιά ωρίτσα
    σου έχω έτοιμη δουλειά: στημένη τέλεια για να αποδώσει άμεσα
  4. που το έχει ετοιμάσει ή φροντίσει κάποιος άλλος για μας
    έτοιμο φαγητό: δεν μαγειρεύτηκε στο σπίτι, αλλά αγοράστηκε από εστιατόριο
    αυτός πάει στο ράφτη, δεν παίρνει έτοιμο ρούχο από ετοιματζίδικο
    είναι πολύ καλομαθημένος και έχει συνηθίσει να τα βρίσκει όλα έτοιμα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]