Μετάβαση στο περιεχόμενο

prepared

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός prepared
συγκριτικός more prepared
υπερθετικός most prepared

prepared (en)

  1. έτοιμος, πρόθυμος
  2. έτοιμος, προετοιμασμένος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη ready

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

prepared (en)