πρόθυμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρόθυμος πρόθυμη πρόθυμο
γενική πρόθυμου πρόθυμης πρόθυμου
αιτιατική πρόθυμο πρόθυμη πρόθυμο
κλητική πρόθυμε πρόθυμη πρόθυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρόθυμοι πρόθυμες πρόθυμα
γενική πρόθυμων πρόθυμων πρόθυμων
αιτιατική πρόθυμους πρόθυμες πρόθυμα
κλητική πρόθυμοι πρόθυμες πρόθυμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόθυμος < αρχαία ελληνική πρόθυμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρόθυμος, -η, -ο

  1. που έχει θετική διάθεση να εργαστεί ή /και να βοηθήσει σε κάτι

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρόθυμος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρόθυμος

  1. πρόθυμος