willing

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

willing (en)

  • που σκοπεύει να κάνει κάτι, που έχει τη θέληση να κάνει κάτι, πρόθυμος