preta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

preta < pret- + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

preta (eo)



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

preta < θηλυκό του preto

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

preta (pt)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

preta (pt) θηλυκό

  1. η νέγρα, η γυναίκα της μαύρης φυλής

Συνώνυμα[επεξεργασία]