νέγρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νέγρα νέγρες
γενική νέγρας
αιτιατική νέγρα νέγρες
κλητική νέγρα νέγρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέγρα < θηλυκό του νέγρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέγρα θηλυκό

  • κάποια που κατάγεται (η ίδια ή οι πρόγονοί της) από την Υποσαχάρια Αφρική, έχει μαύρο χρώμα επιδερμίδας και τα άλλα χαρακτηριστικά της μαύρης φυλής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]