Μετάβαση στο περιεχόμενο

φυλή

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Φυλή, φιλί, φίλη, Φίλη, φίλοι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυλή οι φυλές
      γενική της φυλής των φυλών
    αιτιατική τη φυλή τις φυλές
     κλητική φυλή φυλές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυλή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φυλή, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική race[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fiˈli/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Φυλή

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυλή θηλυκό

  1. πληθυσμιακή ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και κοινά γενετικά χαρακτηριστικά
    παράδειγμα  λευκή / μαύρη / κίτρινη φυλή
      Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
  2. το έθνος
    παράδειγμα  η ελληνική φυλή
  3. ομάδα με κοινά γνωρίσματα και κοινό τρόπο ζωής
    παράδειγμα  η φυλή των Πυγμαίων / των Ινδιάνων
      Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
  4. (μεταφορικά) ομάδα με ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά
    παράδειγμα  οι φυλές της πόλης / των παραθεριστών / των εφήβων

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]

---

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φυλή αἱ φυλαί
      γενική τῆς φυλῆς τῶν φυλῶν
      δοτική τῇ φυλ ταῖς φυλαῖς
    αιτιατική τὴν φυλήν τὰς φυλᾱ́ς
     κλητική ! φυλή φυλαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φυλᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  φυλαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φυλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰuH-lom < *bʰuH-. Παλαιό παράγωγο του φῦναι ( απαρέμφατο ενεργητικού αορίστου του φύω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʰyː.lɛ̌ː/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φυλή θηλυκό

  1. σύνολο ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με κοινή καταγωγή
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 68
    ἐπὶ γὰρ ὑός τε καὶ ὄνου τὰς ἐπωνυμίας μετατιθεὶς αὐτὰ τὰ τελευταῖα ἐπέθηκε, πλὴν τῆς ἑωυτοῦ φυλῆς· ταύτῃ δὲ τὸ οὔνομα ἀπὸ τῆς ἑωυτοῦ ἀρχῆς ἔθετο. οὗτοι μὲν δὴ Ἀρχέλαοι ἐκαλέοντο, ἕτεροι δὲ Ὑᾶται, ἄλλοι δὲ Ὀνεᾶται, ἕτεροι δὲ Χοιρεᾶται.
  2. (στην Αθήνα) στρατιωτικό σώμα που προερχόταν από κάθε διοικητική-οργανωτική υποδιαίρεση
  3. (για πράγματα) γένος
  4. (ελληνιστική κοινή) υποδιαίρεση, ομάδα ιερέων σε κάθε ναό της Αιγύπτου

Παράγωγα

[επεξεργασία]