race
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| race | races |
race (en)
- ο αγώνας, η κούρσα, ο δρόμος, ανταγωνισμός μεταξύ ανθρώπων, ζώων, οχημάτων κτλ. για να δούμε ποιο είναι πιο γρήγορο
a running/swimming race - αγώνας δρόμου/κολύμβησης
The cycling race was very difficult.
- Ο ποδηλατικός αγώνας ήταν πολύ δύσκολος.
She’s leading the race.
- Οδηγεί την κούρσα.
He finished first after a frenzied race.
- Τερμάτισε πρώτος ύστερα από μια ξέφρενη κούρσα.
a marathon race - μαραθώνιος δρόμος
a five-mile race - δρόμος πέντε μιλίων
- (μόνο ενικός) ο αγώνας, η κούρσα, κατάσταση στην οποία ένας αριθμός ανθρώπων, ομάδων, οργανώσεων κτλ. ανταγωνίζονται, ειδικά για πολιτική εξουσία ή για να πετύχουν κάτι πρώτο
The global race for innovation and talent.
- Ο παγκόσμιος αγώνας για καινοτομίες και ταλέντα.
It’s a race for the US presidency unlike any other in American history.
- Είναι ένας προεκλογικός αγώνας για τον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ αλλιώτικος από οποιονδήποτε άλλο στην αμερικανική ιστορία.
The arms race has begun.
- Άρχισε η κούρσα των εξοπλισμών.
- (μόνο πληθυντικός) οι κούρσες, για ιπποδρομία
He’s going to the races.
- Πηγαίνει στις κούρσες.
- ≈ συνώνυμα: horse races
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η φυλή, μεγάλη ομάδα ανθρώπων με ορισμένα κοινά ή παρόμοια κληρονομικά χαρακτηριστικά πχ. χρώμα δέρματος, μαλλιά, σχήμα κεφαλιού κτλ.
The different races of the world have different customs.
- Οι διαφορετικές φυλές του κόσμου έχουν διαφορετικά έθιμα.
Many races share the same language and culture.
- Πολλές φυλές έχουν την ίδια γλώσσα και κουλτούρα.
- ρίζωμα ορισμένων φυτών, όπως του τζίντζερ
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | race |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | races |
| αόριστος | raced |
| παθητική μετοχή | raced |
| ενεργητική μετοχή | racing |
race (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) συναγωνίζομαι, κάνω κόντρα, παραβγαίνω, συναγωνίζομαι με κάποιον ή κάτι για να δω ποιος μπορεί να πάει πιο γρήγορα ή να κάνει κάτι πρώτος
They are racing to see who runs the fastest.
- Συναγωνίζονται ποιος θα τρέξει πιο γρήγορα.
The athletes will race (each other) for a place on the podium.
- Οι αθλητές θα συναγωνιστούν στο τρέξιμο, για μια θέση στο πόντιουμ.
The young people are racing on the avenue.
- Οι νεαροί κάνουν κόντρα στη λεωφόρο
Come on, let’s race home.
- Έλα να παραβγούμε ως το σπίτι.
Should we race?
- Παραβγαίνουμε στο τρέξιμο;
- (μεταβατικό) κάνω κόντρα με κάτι, βάζω κάτι να παραβγεί με κάτι, βάζω ένα ζώο ή ένα όχημα να συναγωνιστεί σε αγώνα
We are racing cars.
- Κάνουμε κόντρες με αυτοκίνητα.
He made his dog race against mine.
- Έβαλε το σκύλο του να παραβγεί με το δικό μου στο τρέξιμο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τρέχω, ορμώ, κινούμαι πολύ γρήγορα
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| race | races |
race (fr) θηλυκό