τρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τρέχω < αρχαία ελληνική τρέχω

Open book 01.svg Ρήμα[]

τρέχω

  1. χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ γρήγορα
  2. συμμετέχω σε αγώνα δρόμου ή ταχύτητας
  3. κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο
  4. ενεργώ με ταχύτητα για να αντιμετωπίσω κάτι επείγον, σπεύδω
    τρέξε να πάρεις τηλέφωνο το πρώτων βοηθειών!
  5. (μεταφορικά) κινούμαι, εξελίσσομαι, αλλάζω
    οι εξελίξεις τρέχουν και δυσκολεύομαι να τις παρακολουθήσω
  6. (μεταφορικά) έχω μια ορισμένη τιμή
    ο πληθωρισμός τρέχει με 4%
  7. ρέω, κυλώ (για υγρά)
  8. για αντικείμενα από τα οποία ρέει ή στάζει ένα υγρό
    τρέχει η μύτη σου
  9. (πληροφορική) για ένα πρόγραμμα που είναι ενεργό
    όταν τρέχει το πρόγραμμα αυτό, ο υπολογιστής μου γίνεται πολύ αργός
    • θέτω σε λειτουργία ή χρησιμοποιώ ένα πρόγραμμα
      όταν έτρεξα την καινούρια έκδοση του προγράμματος αυτού, είδα μεγάλη διαφορά


Εκφράσεις[]

  • τρέχω όλη μέρα : έχω πολλές δουλειές να κάνω και είμαι σε διαρκή κίνηση όλη μέρα

Plume ombre.png Κλίση[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]