τρέχων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τρέχων τρέχουσα τρέχον
γενική τρέχοντος τρέχουσας
(τρεχούσης)
τρέχοντος
αιτιατική τρέχοντα τρέχουσα τρέχον
κλητική τρέχων τρέχουσα τρέχον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρέχοντες τρέχουσες τρέχοντα
γενική τρεχόντων τρεχουσών τρεχόντων
αιτιατική τρέχοντες τρέχουσες τρέχοντα
κλητική τρέχοντες τρέχουσες τρέχοντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρέχων < αρχαία ελληνική τρέχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος τρέχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τρέχων αρσενικό, τρέχουσα θηλυκό, τρέχον ουδέτερο

  1. που τρέχει αυτή τη στιγμή, που υπάρχει ή που διανύουμε σήμερα
    Η τρέχουσα χρονική περίοδος
    Το νομοσχέδιο θα υλοποιηθεί μέσα στο τρέχον ακαδημαϊκό έτος.
  2. που ισχύει την παρούσα χρονική στιγμή
    Η τρέχουσα τιμή του δολαρίου.
  3. που έχει σχέση με τις καθημερινές ανάγκες
    Συζητήθηκαν μόνο τα τρέχοντα θέματα.
    Ο προϋπολογισμός δεν φαίνεται να καλύπτει ούτε καν τις τρέχουσες ανάγκες.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

  • έκτακτος (μη έχων σχέση με τις καθημερινές ανάγκες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]