Μετάβαση στο περιεχόμενο

σήμερα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σήμερα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σήμερ(ον) + κατά το τώρα[1]. Παραβάλετε κρητική σήμερο.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsi.me.ɾa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σήμερα

Επίρρημα

[επεξεργασία]

σήμερα (χρονικό επίρρημα)

  1. αυτήν την ημέρα, την ημέρα που βρίσκεται αυτός που μιλάει
    παράδειγμα Πρέπει να κάνω τα ψώνια σήμερα.
  2. την σύγχρονη εποχή
    παράδειγμα Σήμερα η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σήμερα ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
αντιπροχτές, αντιπροχθές, αντίπροχτες, αντίπροχθες προχθές, προχτές χτες, χθες, εχτές, εχθές σήμερα αύριο μεθαύριο, μεθαύριον αντιμεθαύριο, παραμεθαύριο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • σήμερα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
  • σήμερα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)