Μετάβαση στο περιεχόμενο

σύγχρονος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σύγχρονος η σύγχρονη το σύγχρονο
      γενική του σύγχρονου της σύγχρονης του σύγχρονου
    αιτιατική τον σύγχρονο τη σύγχρονη το σύγχρονο
     κλητική σύγχρονε σύγχρονη σύγχρονο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σύγχρονοι οι σύγχρονες τα σύγχρονα
      γενική των σύγχρονων των σύγχρονων των σύγχρονων
    αιτιατική τους σύγχρονους τις σύγχρονες τα σύγχρονα
     κλητική σύγχρονοι σύγχρονες σύγχρονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σύγχρονος < αρχαία ελληνική σύγχρονος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsiŋ.xɾo.nos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

σύγχρονος, -η, -ο

  1. της ίδιας χρονικής περιόδου ή ηλικίας
    παράδειγμα  Ο Πλάτωνας ήταν σύγχρονος του Σωκράτη.
     συνώνυμα: συγκαιρινός, σύγκαιρος
  2. ταυτόχρονος
  3. που ανήκει ή αναφέρεται στην εποχή μας
    παράδειγμα  Παιδιά-σκλάβοι στα σύγχρονα κάτεργα (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα ΑΥΓΗ, 11 Ιουνίου 2011)
     συνώνυμα: μοντέρνος
  4. που συμβαδίζει με το πνεύμα της εποχής μας και υιοθετεί τις αντιλήψεις και καινοτομίες της σε αντίθεση με αυτόν που παραμένει προσκολλημένος στο παρελθόν
    παράδειγμα  Στα νέα μοντέλα αυτοκινήτων βρίσκει κανείς όλες τις σύγχρονες τεχνολογικές καινοτομίες.
    παράδειγμα  Πολλοί άνθρωποι δεν κατανοούν τη σύγχρονη τέχνη.
     συνώνυμα: μοντέρνος
  5. (πληροφορική) λειτουργία (πχ. συνάρτηση) σε υπολογιστή που εκτελείται όταν έχουν ολοκληρωθεί οι προηγούμενες λειτουργίες, δηλαδή σε συγκεκριμένη σειρά και όχι ταυτόχρονα (ασύγχρονα)
     αντώνυμα: ασύγχρονος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / σύγχρονος τὸ σύγχρονον
      γενική τοῦ/τῆς συγχρόνου τοῦ συγχρόνου
      δοτική τῷ/τῇ συγχρόν τῷ συγχρόν
    αιτιατική τὸν/τὴν σύγχρονον τὸ σύγχρονον
     κλητική ! σύγχρονε σύγχρονον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ σύγχρονοι τὰ σύγχρον
      γενική τῶν συγχρόνων τῶν συγχρόνων
      δοτική τοῖς/ταῖς συγχρόνοις τοῖς συγχρόνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς συγχρόνους τὰ σύγχρον
     κλητική ! σύγχρονοι σύγχρον
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συγχρόνω τὼ συγχρόνω
      γεν-δοτ τοῖν συγχρόνοιν τοῖν συγχρόνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σύγχρονος < σύγ- + -χρονος.

Επίθετο

[επεξεργασία]

σύγχρονος, -ος, -ον