Μετάβαση στο περιεχόμενο

heute

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈhɔɪ̯tə/
ⓘ 
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : heu‐te

Επίρρημα

[επεξεργασία]

heute (de)

  • σήμερα
    1. η σημερινή ημέρα
      παράδειγμα Tante Ivonne kommt heute zu Besuch.
           Η θεία Ιβόν θα έρθει σήμερα να μας επισκεφτεί.
    2. η τρέχουσα χρονική περίοδος
      παράδειγμα Früher gab es viele Telefonzellen. Heute braucht man diese nicht mehr.
           Παλιά υπήρχαν πολλά τηλεφωνικά θάλαμοι. Σήμερα δεν τα χρειαζόμαστε πια.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

heute (de)

  • μορφή του ρήμα heuen
    1. 1ο πρόσωπο ενικού, ενδεικτική, αόριστος
      παράδειγμα Ich heute und heute und es nahm kein Ende.
           Εξασφάλιζα σανό και εξασφάλιζα σανό και δεν είχε τέλος.
    2. 3o πρόσωπο ενικού, ενδεικτική, αόριστος
      παράδειγμα Früh morgens machte er sich an die Arbeit und heute 12 Stunden lang.
           Νωρίς το πρωί άρχισε τη δουλειά του και μάζευε χόρτο για 12 ώρες.
    3. 1ο πρόσωπο ενικού, υποτακτική, αόριστος
      παράδειγμα Franz behauptete, ich heute, aber das war falsch.
           Ο Φραντς ισχυρίστηκε ότι θα εξασφάλιζα σανό, αλλά αυτό δεν ίσχυε.
    4. 3ο πρόσωπο ενικού, υποτακτική, αόριστος
      παράδειγμα Wir glaubten alle, er heute noch, als er den Raum betrat.
           Όλοι πιστεύαμε ότι θα έφερνε ακόμα σανό, όταν μπήκε στο δωμάτιο.