πρωί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωί < αρχαία ελληνική πρῴ και πρωΐ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωί ουδέτερο

  1. οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου
  2. οι ώρες πριν την ανατολή του ήλιου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

  • (χρονικό) κατά το πρωί, κατά τις πρωινές ώρες, νωρίς
τι μας ήρθες τόσο πρωί;