πρωί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωί < αρχαία ελληνική πρῴ και πρωΐ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωί ουδέτερο

  1. οι πρώτες ώρες της ημέρας μετά την ανατολή του ήλιου
  2. οι ώρες πριν την ανατολή του ήλιου

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

  • (χρονικό) κατά το πρωί, κατά τις πρωινές ώρες, νωρίς
τι μας ήρθες τόσο πρωί;