Μετάβαση στο περιεχόμενο

Morgen

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: morgen

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Morgen die Morgen
γενική des Morgens der Morgen
δοτική dem Morgen den Morgen
αιτιατική den Morgen die Morgen

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Morgen < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική morgen < παλαιά άνω γερμανική morgan < πρωτογερμανική *murgina-. Συγγενική με τις αγγλικές morrow, morning [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmɔʁɡən/
 
ΔΦΑ : /ˈmɔʁɡn̩/
 

Ουσιαστικό 1

[επεξεργασία]

Morgen (de) αρσενικό

  1. το πρωί
     αντώνυμα: Abend
  2. (ποιητικός τύπος) η ανατολή
     αντώνυμα: Osten
  3. (παρωχημένο, μονάδα μέτρησης)
    1. είδος εκταρίου
    2. το βρετανικό ακρ
      ταυτόσημα: Acre

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Morgen στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Morgen - Duden online.
  2. Morgen - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Morgen -
γενική des Morgen -
δοτική dem Morgen -
αιτιατική das Morgen -

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Morgen < ουσιαστικοποίηση του επιρρήματος «morgen»

Ουσιαστικό 2

[επεξεργασία]

Morgen (de) ουδέτερο

Ετυμολογία 3

[επεξεργασία]
Morgen < συντομομορφή της έκφρασης «guten Morgen»

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

Morgen (de)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Morgen αρσενικό ή θηλυκό

για το επώνυμο:

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Morgen αρσενικό

  • Finnish Digital and Population Information Agency, ανακτήθηκε στις 1/8/2023, ενημέρωση δημοτολογίου μέχρι τις 31/7/2023 , φύλλο Miehet kaikki