Μετάβαση στο περιεχόμενο

Abend

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Abend die Abende
γενική des Abends der Abende
δοτική dem Abend den Abenden
αιτιατική den Abend die Abende

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Abend < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική ābent < παλαιά άνω γερμανική āband [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaːbn̩t/ και /ˈaːbm̩t/
 
 
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Abend (de) αρσενικό

  1. το βράδυ, η εσπέρα
    παράδειγμα Ich sitze jeden Abend auf dem Balkon und genieße den Sonnenuntergang.
    Κάθομαι κάθε απόγευμα στο μπαλκόνι και απολαμβάνω το ηλιοβασίλεμα.
     αντώνυμα: Morgen
  2. (μεταφορικά) το τέλος, το κλείσιμο
    παράδειγμα Am Abend seines Lebens.
    Στο τέλος της ζωής του.
     συνώνυμα: Abschluss, Ende
  3. βραδινή εκδήλωση, η βραδιά
    παράδειγμα Der Stadtrat organisiert einen bunten Abend mit Tanz und Musik.
    Το δημοτικό συμβούλιο διοργανώνει μια ζωντανή βραδιά με χορό και μουσική.
     συνώνυμα: Abendveranstaltung
  4. (ποιητικός τύπος) η δύση
     συνώνυμα: Westen

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Abend στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Abend - Duden online.
  2. Abend - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).


Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Abend αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Abend < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Abend αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023