Μετάβαση στο περιεχόμενο

παρελθόν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παρελθόν τα παρελθόντα
      γενική του παρελθόντος των παρελθόντων
    αιτιατική το παρελθόν τα παρελθόντα
     κλητική παρελθόν παρελθόντα
Κατηγορία όπως «παρόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παρελθόν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρελθόν,[1] ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής παρελθών, μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος πάρειμι / παρέρχομαι < παρ- + ἐλθών  δείτε  παρά + εἶμι / ἔρχομαι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παρελθόν ουδέτερο

  1. το χρονικό διάστημα πριν από αυτή τη στιγμή, ο χρόνος που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον
    παράδειγμα  Aυτό που με τρομάζει για το παρελθόν είναι ότι όσο ο καιρός προχωρά, τόσο αυτό πάει όλο και πιο πίσω και για το μέλλον ότι όλο και πιο πολύ με πλησιάζει.
      Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
  2. ό,τι είναι χρονικά περασμένο, τα γεγονότα που συνέβησαν σε περασμένους καιρούς, η περασμένη ζωή ατόμων, ομάδων, λαών, η ιστορία τους
    παράδειγμα  ένδοξο παρελθόν
      Κική Δημουλά, [1931-2020], Αρχαίο θέατρο Αιγές-Αιγείρα, (2014). Δημόσιος καιρός. Αθήνα, εκδόσεις: Ίκαρος @greek-language.gr
    Το παρελθόν
    αναγνωρίζει τον εαυτό του
    μόνον ερειπωμένον.
    Άσ’ το λοιπόν
    όπως το διαφύλαξε στα έγκατά της
    η κληρονόμος φθορά
    αφού το ξέρεις
    μπαλώματα
    δεν επιδέχεται η αθανασία.
      Το άτομο από σώμα γίνεται σκιά, από σαρκική ύπαρξη, σκιώδης πρόγονος, από απτή παρουσία, τοτέμ και φόβητρο του παρελθόντος. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  3. βεβαρυμένος προηγούμενος βίος
    παράδειγμα  Η γυναίκα που πήρες έχει παρελθόν.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

παρελθόν

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος μετοχής

[επεξεργασία]

παρελθόν