pasado

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pasado < pas- + -ad- + -o

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική pasado pasadoj
αιτιατική pasadon pasadojn

pasado (eo)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το πέρασμα, δηλαδή ο χώρος απ' όπου περνά κανείς, λέγεται: trapaso.



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό pasado pasados
θηλυκό pasada pasadas

pasado (es)

  1. προηγούμενος, περασμένος
    épocas pasadas - περασμένες εποχές

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pasado (es) αρσενικό

  1. το παρελθόν