περασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περνάω και περνώ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περασμένος ,η, ο

  1. που έχει περάσει, που έχει παρέλθει
  2. που αναφέρεται στο παρελθόν
  3. που έχει περαστεί, καταχωρηθεί
  4. δείτε τη λέξη: περνώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό: τα παρελθόντα
    • άσ' τα αυτά τώρα - τα περασμένα είναι περασμένα!

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • περασμένα - ξεχασμένα: ας ξεχαστούν τα όσα δυσάρεστα συνέβησαν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]