εἶμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἶμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁ey- (εἶμι, πηγαίνω). Συγγενικά: μυκηναϊκή διάλεκτος 𐀂𐀍𐀳 (i-jo-te), λατινικά eo, σανσκριτικά एति (éti), χεττιτική γλώσσα 𒄿𒄿𒀀𒋫𒋫 (iyatta), αρχαία περσική γλώσσα 𐎠𐎡𐎫𐎡𐎹 (aitiy), αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα ити (iti)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εἶμι

  1. πηγαίνω
  2. έρχομαι
  3. επιβιβάζομαι
  4. πετώ (για πουλιά)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]