der

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση αρσενικό θηλυκό ουδέτερο πληθυντικός
ονομαστική der die das die
γενική des der des der
δοτική dem der dem den
αιτιατική den die das die

Προφορά[επεξεργασία]

der 

Άρθρο[επεξεργασία]

der (de)

  • τύπος του οριστικού άρθρου der-die-das
  1. ο, ονομαστική ενικού του αρσενικού
  2. της, γενική ενικού του θηλυκού
  3. στην, δοτική ενικού του θηλυκού
  4. των

Αντωνυμία[επεξεργασία]

der (de)

  1. (αναφορική) ο οποίος
  2. (δεικτική) εκείνος



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

der (da)



Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

der (no)