утро

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

утро (bg) ουδέτερο

  1. το πρωί



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

утро 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

утро (ru) ουδέτερο

  1. το πρωί