Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρωινό

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρωινό τα πρωινά
      γενική του πρωινού των πρωινών
    αιτιατική το πρωινό τα πρωινά
     κλητική πρωινό πρωινά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρωινό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο πρωινός· για τη σημασία γεύμα βλέπε και ελληνιστική πρωινόν ἔμβρωμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρωινό ουδέτερο

  1. το πρωί
    Ξεκίνησα ένα πρωινό / κάτω από διάφανο ουρανό / με ρυθμικό το βήμα. (Μαρία Πολυδούρη, από τη συλλογή «Ηχώ στο Χάος»)
  2. το γεύμα που τρώμε το πρωί, το πρόγευμα
      Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
    Κοσμάς Βίδος, Βάλε κι άλλο χούμους στο τραπέζι, Το Βήμα, 9 Φεβρουαρίου 2014

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

πρωινό