γεύμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γεύμα τα γεύματα
      γενική του γεύματος των γευμάτων
    αιτιατική το γεύμα τα γεύματα
     κλητική γεύμα γεύματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γεύμα < αρχαία ελληνική γεῦμα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝev.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γεύμα ουδέτερο

  1. η τροφή που καταναλώνει κάποιος σε (όχι αυστηρά) καθορισμένη ώρα της ημέρας
    οι διαιτολόγοι λένε ότι είναι απαραίτητα τρία γεύματα την ημέρα
  2. η διαδικασία της παράθεσης και κατανάλωσης του φαγητού, ιδιαίτερα ως μέρος της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής· η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για το μεσημεριανό (βλέπε και δείπνο)
    το χριστουγεννιάτικο γεύμα ήταν μια ολόκληρη ιεροτελεστία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]