τακτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακτός < αρχαία ελληνική < τάσσω + -τός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τακτός, -ή, -ό

  1. που έχει καθοριστεί να γίνει σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή
    περιοδικοί έλεγχοι θα γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα
    με καλέσατε εγγράφως να προσέλθω σε τακτή ημέρα και ώρα, ενώπιον της ολομέλειας, προκειμένου να εκφράσω τη δική μου άποψη και εκδοχή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]