τακτός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τακτός τακτή τακτό
γενική τακτού τακτής τακτού
αιτιατική τακτό τακτή τακτό
κλητική τακτέ τακτή τακτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τακτοί τακτές τακτά
γενική τακτών τακτών τακτών
αιτιατική τακτούς τακτές τακτά
κλητική τακτοί τακτές τακτά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

τακτός < αρχαία ελληνική < τάσσω + -τός

Επίθετο[επεξεργασία]

τακτός, -ή, -ό

  1. που έχει καθοριστεί να γίνει σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή
    περιοδικοί έλεγχοι θα γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα
    με καλέσατε εγγράφως να προσέλθω σε τακτή ημέρα και ώρα, ενώπιον της ολομέλειας, προκειμένου να εκφράσω τη δική μου άποψη και εκδοχή

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]