απόγευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀπόγευμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απόγευμα τα απογεύματα
      γενική του απογεύματος των απογευμάτων
    αιτιατική το απόγευμα τα απογεύματα
     κλητική απόγευμα απογεύματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απόγευμα < μεσαιωνική ελληνική ἀπόγευμα (ίδια σημασία) < ελληνιστική κοινή ἀπόγευμα < αρχαία ελληνική ἀπογεύω < ἀπό + γεύω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpɔ.ʝɛv.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απόγευμα ουδέτερο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

απόγευμα ουδέτερο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]