γεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γεύομαι < αρχαία ελληνική γεύομαι

Open book 01.svg Ρήμα[]

γεύομαι, παρατ.: γευόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα γευτώ, αόρ.: γεύτηκα

  1. νιώθω τη γεύση ενός φαγητού ή ποτού που δοκιμάζω
  2. δοκιμάζω μια απολαυστική εμπειρία, απολαμβάνω


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]