άγευστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άγευστος άγευστη άγευστο
γενική άγευστου άγευστης άγευστου
αιτιατική άγευστο άγευστη άγευστο
κλητική άγευστε άγευστη άγευστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άγευστοι άγευστες άγευστα
γενική άγευστων άγευστων άγευστων
αιτιατική άγευστους άγευστες άγευστα
κλητική άγευστοι άγευστες άγευστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγευστος < α- στερητικό + γεύση + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άγευστος -η -ο

  1. που δεν έχει γεύση, δεν προκαλεί καμιά αντίδραση στο αισθητήριο της γεύσης
    το οξυγόνο είναι αέριο άχρωμο, άοσμο και άγευστο
  2. δεν έχει νοστιμιά
    το φαγητό ήταν άγευστο
  3. (μεταφ.) που δεν έχει γνώση ή εμπειρία από κάτι, ανίδεος, «άγευστος φιλοσοφίας»

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]