Μετάβαση στο περιεχόμενο

fade

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

fade (en)

ενεστώτας fade
γ΄ ενικό ενεστώτα fades
αόριστος faded
παθητική μετοχή faded
ενεργητική μετοχή fading

fade (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) ξεθωριάζω, βγαίνω, για χρώμα που έχει υποστεί αλλοίωση, όπως από τον ήλιο, με αποτέλεσμα να γίνει πιο ανοιχτό
    παράδειγμα  material that does not fade - ύφασμα που δεν ξεθωριάζει
    παράδειγμα  These colors don’t fade.
    Αυτά τα χρώματα δεν βγαίνουν.
  2. (αμετάβατο) περνάω, κάτι εξαφανίζεται σταδιακά
    παράδειγμα  Her beauty/freshness faded.
    Πέρασε η ομορφιά/δροσιά της.

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
fade fades

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
fade < δημώδης λατινική *fatidus

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fad/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

fade (fr) αρσενικό ή θηλυκό