Μετάβαση στο περιεχόμενο

tasteless

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός tasteless
συγκριτικός more tasteless
υπερθετικός most tasteless

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tasteless < taste + -less

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈteɪstləs/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

tasteless (en)

  1. άγευστος, άνοστος, ανούσιος, που έχει ελάχιστη γεύση ή δεν έχει γεύση
    παράδειγμα  The food in the canteen is bland and tasteless.
    Το φαγητό στην καντίνα είναι ανούσιο και άγευστο.
    παράδειγμα  Throw some more salt on the food, because it seems tasteless to me.
    Ρίξε κι άλλο αλάτι στο φαγητό, γιατί μου φαίνεται άνοστο.
    παράδειγμα  tasteless food - ανούσιο φαγητό
     συνώνυμα:  bland και flavorless
  2. κακόγουστος, άνοστος, προσβλητικό και ακατάλληλο
    παράδειγμα  a tasteless joke - κακόγουστο αστείο
    παράδειγμα  a tasteless prank - κακόγουστη φάρσα
    παράδειγμα  tasteless speech/jokes - άνοστα λόγια/αστεία
    παράδειγμα  tasteless behavior - άνοστο φέρσιμο
  3. κακόγουστος, ακαλαίσθητος, που δείχνει έλλειψη ικανότητας να επιλέγουν πράγματα που οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ως ελκυστικά και καλής ποιότητας
    παράδειγμα  tasteless decoration - κακόγουστη διακόσμηση
    παράδειγμα  a pompous, tasteless style - πομπώδες, ακαλαίσθητο ύφος
    παράδειγμα  The furniture is expensive but tasteless.
    Η επίπλωση είναι ακριβής αλλά ακαλαίσθητη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη gaudy

Σύνθετα

[επεξεργασία]