ακαλαίσθητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακαλαίσθητος ακαλαίσθητοι
γενική ακαλαίσθητου ακαλαίσθητων
αιτιατική ακαλαίσθητο ακαλαίσθητους
κλητική ακαλαίσθητε ακαλαίσθητοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακαλαίσθητος < α- + καλαίσθητος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ακαλαίσθητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει αίσθηση του ωραίου, που δεν έχει καλό γούστο
  2. που είναι φτιαγμένος χωρίς καλαισθησία, κακόγουστος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]