Μετάβαση στο περιεχόμενο

bland

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός bland
συγκριτικός blander
υπερθετικός blandest

Επίθετο

[επεξεργασία]

bland (en)

  1. άγευστος, δεν έχει έντονη ή ενδιαφέρουσα γεύση
    παράδειγμα  The food in the canteen is tasteless and bland.
    Το φαγητό στην καντίνα είναι ανούσιο και άγευστο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη tasteless
  2. άγευστος, ανιαρός, που δεν δείχνει έντονα συναισθήματα ή ενθουσιασμό· που δεν λέει κάτι πολύ ενδιαφέρον
    παράδειγμα  The article was completely bland—no originality at all.
    Το άρθρο ήταν τελείως άγευστο—καμία πρωτοτυπία.
    παράδειγμα  The conversation was quite bland.
    Η συζήτηση ήταν αρκετά ανιαρή.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη boring