απολαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολαμβάνω < αρχαία ελληνική ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.lam.ˈva.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απολαμβάνω, πρτ.: απολάμβανα, στ.μέλλ.: θα απολαύσω, αόρ.: απόλαυσα

  1. αντλώ ιδιαίτερη ευχαρίστηση - απόλαυση από κάτι
    απολαμβάνω τον καφέ μου / την ανοιξιάτικη λιακάδα / τη ζωή μου
  2. για πλεονεκτήματα ή προνόμια που μου δίνονται
    Τα αγαπημένα παιδιά του πολιτικού συστήματος συνέχιζαν να απολαμβάνουν την εύνοια των ελεγκτών τους μέχρι τέλους.[1]
  3. (σπάνιο) λαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία
    απολήφθηκαν 60.000 τόνοι μεταλλεύματος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]