Μετάβαση στο περιεχόμενο

απολαμβάνω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀπολαμβάνω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απολαμβάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπολαμβάνω < αρχαία ελληνική ἀπολαύω και ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.laɱˈva.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απολαμβάνω

απολαμβάνω, πρτ.: απολάμβανα, στ.μέλλ.: θα απολαύσω, αόρ.: απόλαυσα/(απήλαυσα) (χωρίς παθητική φωνή)

  1. αντλώ ιδιαίτερη ευχαρίστηση - απόλαυση από κάτι
    παράδειγμα  απολαμβάνω τον καφέ μου / την ανοιξιάτικη λιακάδα / τη ζωή μου
      Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. για πλεονεκτήματα ή προνόμια που μου δίνονται
      Τα αγαπημένα παιδιά του πολιτικού συστήματος συνέχιζαν να απολαμβάνουν την εύνοια των ελεγκτών τους μέχρι τέλους. * εφημερίδα Καθημερινή, 31 Μαρτίου 2013
  3. (σπάνιο, νομικός όρος) λαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία
    παράδειγμα  απολήφθηκαν 60.000 τόνοι μεταλλεύματος
      Κατά τη μελέτη αυτή τμήμα της όλης συστάδας, έκτασης 20 ha υλοτομήθηκε το έτος 1990 - 1992 και απολήφθηκαν 41 κυβ.μ. αειφύλλων πλατύφυλλων, τμήμα της όλης συστάδας υλοτομήθηκε το έτος 2001 και απολήφθηκαν 201 τόννοι καυσόξυλα αείφυλλων, ενώ το έτος 2014 αναμένεται να αποληφθούν από υλοτομία τμήματος της όλης συστάδας μόλις 354 τόνων, χωρίς να προκύπτει ότι προήλθαν ή ότι θα προέλθουν από δασοπονικά είδη και της επίδικης περιοχής.
    Απόφαση 684 / 2014, (Δ' Πολιτικές), το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • Η παθητική φωνή εύχρηστη μόνο στο τρίτο πρόσωπο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]