απολαμβάνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απολαμβάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπολαμβάνω < αρχαία ελληνική ἀπολαύω και ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.po.laɱˈva.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐πο‐λαμ‐βά‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]απολαμβάνω, πρτ.: απολάμβανα, στ.μέλλ.: θα απολαύσω, αόρ.: απόλαυσα/(απήλαυσα) (χωρίς παθητική φωνή)
- αντλώ ιδιαίτερη ευχαρίστηση - απόλαυση από κάτι
απολαμβάνω τον καφέ μου / την ανοιξιάτικη λιακάδα / τη ζωή μου
- για πλεονεκτήματα ή προνόμια που μου δίνονται
- ※ Τα αγαπημένα παιδιά του πολιτικού συστήματος συνέχιζαν να απολαμβάνουν την εύνοια των ελεγκτών τους μέχρι τέλους. * εφημερίδα Καθημερινή, 31 Μαρτίου 2013
- (σπάνιο, νομικός όρος) λαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία
απολήφθηκαν 60.000 τόνοι μεταλλεύματος- ※ Κατά τη μελέτη αυτή τμήμα της όλης συστάδας, έκτασης 20 ha υλοτομήθηκε το έτος 1990 - 1992 και απολήφθηκαν 41 κυβ.μ. αειφύλλων πλατύφυλλων, τμήμα της όλης συστάδας υλοτομήθηκε το έτος 2001 και απολήφθηκαν 201 τόννοι καυσόξυλα αείφυλλων, ενώ το έτος 2014 αναμένεται να αποληφθούν από υλοτομία τμήματος της όλης συστάδας μόλις 354 τόνων, χωρίς να προκύπτει ότι προήλθαν ή ότι θα προέλθουν από δασοπονικά είδη και της επίδικης περιοχής.
- Απόφαση 684 / 2014, (Δ' Πολιτικές), το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- απολαβαίνω (λαϊκό)
Κλίση
[επεξεργασία]- Η παθητική φωνή εύχρηστη μόνο στο τρίτο πρόσωπο
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | απολαμβάνω | απολάμβανα | θα απολαμβάνω | να απολαμβάνω | απολαμβάνοντας | |
| β' ενικ. | απολαμβάνεις | απολάμβανες | θα απολαμβάνεις | να απολαμβάνεις | απολάμβανε | |
| γ' ενικ. | απολαμβάνει | απολάμβανε | θα απολαμβάνει | να απολαμβάνει | ||
| α' πληθ. | απολαμβάνουμε | απολαμβάναμε | θα απολαμβάνουμε | να απολαμβάνουμε | ||
| β' πληθ. | απολαμβάνετε | απολαμβάνατε | θα απολαμβάνετε | να απολαμβάνετε | απολαμβάνετε | |
| γ' πληθ. | απολαμβάνουν(ε) | απολάμβαναν απολαμβάναν(ε) |
θα απολαμβάνουν(ε) | να απολαμβάνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | απόλαυσα | θα απολαύσω | να απολαύσω | απολαύσει | ||
| β' ενικ. | απόλαυσες | θα απολαύσεις | να απολαύσεις | απόλαυσε | ||
| γ' ενικ. | απόλαυσε | θα απολαύσει | να απολαύσει | |||
| α' πληθ. | απολαύσαμε | θα απολαύσουμε | να απολαύσουμε | |||
| β' πληθ. | απολαύσατε | θα απολαύσετε | να απολαύσετε | απολαύστε | ||
| γ' πληθ. | απόλαυσαν απολαύσαν(ε) |
θα απολαύσουν(ε) | να απολαύσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω απολαύσει | είχα απολαύσει | θα έχω απολαύσει | να έχω απολαύσει | ||
| β' ενικ. | έχεις απολαύσει | είχες απολαύσει | θα έχεις απολαύσει | να έχεις απολαύσει | ||
| γ' ενικ. | έχει απολαύσει | είχε απολαύσει | θα έχει απολαύσει | να έχει απολαύσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε απολαύσει | είχαμε απολαύσει | θα έχουμε απολαύσει | να έχουμε απολαύσει | ||
| β' πληθ. | έχετε απολαύσει | είχατε απολαύσει | θα έχετε απολαύσει | να έχετε απολαύσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν απολαύσει | είχαν απολαύσει | θα έχουν απολαύσει | να έχουν απολαύσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | απολαμβάνομαι | απολαμβανόμουν(α) | θα απολαμβάνομαι | να απολαμβάνομαι | ||
| β' ενικ. | απολαμβάνεσαι | απολαμβανόσουν(α) | θα απολαμβάνεσαι | να απολαμβάνεσαι | ||
| γ' ενικ. | απολαμβάνεται | απολαμβανόταν(ε) | θα απολαμβάνεται | να απολαμβάνεται | ||
| α' πληθ. | απολαμβανόμαστε | απολαμβανόμαστε απολαμβανόμασταν |
θα απολαμβανόμαστε | να απολαμβανόμαστε | ||
| β' πληθ. | απολαμβάνεστε | απολαμβανόσαστε απολαμβανόσασταν |
θα απολαμβάνεστε | να απολαμβάνεστε | απολαμβάνεστε | |
| γ' πληθ. | απολαμβάνονται | απολαμβάνονταν απολαμβανόντουσαν |
θα απολαμβάνονται | να απολαμβάνονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | απολήφθηκα | θα αποληφθώ | να αποληφθώ | αποληφθεί | ||
| β' ενικ. | απολήφθηκες | θα αποληφθείς | να αποληφθείς | |||
| γ' ενικ. | απολήφθηκε | θα αποληφθεί | να αποληφθεί | |||
| α' πληθ. | αποληφθήκαμε | θα αποληφθούμε | να αποληφθούμε | |||
| β' πληθ. | αποληφθήκατε | θα αποληφθείτε | να αποληφθείτε | αποληφθείτε | ||
| γ' πληθ. | απολήφθηκαν αποληφθήκαν(ε) |
θα αποληφθούν(ε) | να αποληφθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αποληφθεί | είχα αποληφθεί | θα έχω αποληφθεί | να έχω αποληφθεί | ειλημμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αποληφθεί | είχες αποληφθεί | θα έχεις αποληφθεί | να έχεις αποληφθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αποληφθεί | είχε αποληφθεί | θα έχει αποληφθεί | να έχει αποληφθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αποληφθεί | είχαμε αποληφθεί | θα έχουμε αποληφθεί | να έχουμε αποληφθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αποληφθεί | είχατε αποληφθεί | θα έχετε αποληφθεί | να έχετε αποληφθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αποληφθεί | είχαν αποληφθεί | θα έχουν αποληφθεί | να έχουν αποληφθεί | ||
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ απολαμβάνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα απο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Σπάνιες σημασίες όρων (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)