Μετάβαση στο περιεχόμενο

απόλαυση

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: απολαβή

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απόλαυση οι απολαύσεις
      γενική της απόλαυσης* των απολαύσεων
    αιτιατική την απόλαυση τις απολαύσεις
     κλητική απόλαυση απολαύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, απολαύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απόλαυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόλαυ(σις) + -ση[1] < ἀπολαύω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈpo.laf.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απόλαυση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απόλαυση θηλυκό

  1. το να απολαμβάνει κάποιος κάτι, να αντλεί μεγάλη ευχαρίστηση ή ηδονή από κάτι
    το πιάτο αυτό προσφέρει και λίγες μόνο θερμίδες αλλά και γευστική απόλαυση
  2. αυτό που απολαμβάνει κάποιος, αυτό που προκαλεί χαρά, προσφέρει ηδονή
      Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)
      Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
  3. το πρόσωπο που προσφέρει στους άλλους μεγάλη ευχαρίστηση με τα χαρίσματά του
    αυτός ο άνθρωπος είναι πραγματική απόλαυση όταν συζητάει

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]