τροφή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τροφή | οι | τροφές |
| γενική | της | τροφής | των | τροφών |
| αιτιατική | την | τροφή | τις | τροφές |
| κλητική | τροφή | τροφές | ||
| Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τροφή < αρχαία ελληνική τροφή < τρέφω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τροφή θηλυκό
- ουσία που καταναλώνεται από ένα οργανισμό για να διατηρηθεί αυτός στη ζωή
- οτιδήποτε τρώγεται
- (μεταφορικά) οτιδήποτε συντελεί στην ανάπτυξη κάποιου πράγματος
Τα βιβλία είναι η τροφή της σκέψης.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τροφή - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τροφή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | τροφή | αἱ | τροφαί |
| γενική | τῆς | τροφῆς | τῶν | τροφῶν |
| δοτική | τῇ | τροφῇ | ταῖς | τροφαῖς |
| αιτιατική | τὴν | τροφήν | τὰς | τροφᾱ́ς |
| κλητική ὦ! | τροφή | τροφαί | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | τροφᾱ́ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | τροφαῖν | ||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τροφή < τρέφω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τροφή, -ῆς θηλυκό
- τροφή, τρόφιμα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 4, 6.1
- ἅμα δὲ πρῲ ἐσβαλόντες καὶ τοῦ σίτου ἔτι χλωροῦ ὄντος ἐσπάνιζον τροφῆς τοῖς πολλοῖς, χειμών τε ἐπιγενόμενος μείζων παρὰ τὴν καθεστηκυῖαν ὥραν ἐπίεσε τὸ στράτευμα.
- Εκτός απ᾽ αυτό είχαν κάνει την εισβολή πολύ νωρίς την άνοιξη και το σιτάρι ήταν ακόμα χλωρό. Σπάνιζαν τα τρόφιμα για τον στρατό κι έπεσε και μεγάλη κακοκαιρία, παρά την εποχή, και ο στρατός ταλαιπωρήθηκε πολύ.
- Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
- ἅμα δὲ πρῲ ἐσβαλόντες καὶ τοῦ σίτου ἔτι χλωροῦ ὄντος ἐσπάνιζον τροφῆς τοῖς πολλοῖς, χειμών τε ἐπιγενόμενος μείζων παρὰ τὴν καθεστηκυῖαν ὥραν ἐπίεσε τὸ στράτευμα.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 4, 6.1
- τρόπος ζωής, διαβίωση
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 338 (337-338)
- [ΟΙΔΙΠΟΥΣ] ὦ πάντ᾽ ἐκείνω τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ νόμοις | φύσιν κατεικασθέντε καὶ βίου τροφάς·
- [ΟΙΔΙΠΟΥΣ] Κατάλαβα. Εκείνοι οι δυο πήρανε τις συνήθειες | της Αιγύπτου στο φυσικό τους και στον τρόπο της ζωής.
- Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greek‑language.gr
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 338 (337-338)
- ανατροφή, διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 3.1
- κατὰ μὲν δὴ τὴν τροφὴν τῶν παιδίων τοσαῦτα ἔλεγον,
- Αυτά λοιπόν μου είπαν σχετικά με το πώς μεγάλωσαν τα δυο παιδιά.
- Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- κατὰ μὲν δὴ τὴν τροφὴν τῶν παιδίων τοσαῦτα ἔλεγον,
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι, στίχ. 561 (561-562)
- τροφαί θ᾽ αἱ παιδευόμεναι | μέγα φέρουσ᾽ εἰς τὰν ἀρετάν·
- κι η ανατροφή | πολύ βοηθά στης αρετής το δρόμο·
- Μετάφραση (1972) Η Ιφιγένεια στην Αυλίδα: Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Εστία @greek‑language.gr
- τροφαί θ᾽ αἱ παιδευόμεναι | μέγα φέρουσ᾽ εἰς τὰν ἀρετάν·
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πολιτεία, 6, 495a
- Ὁρᾷς οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι οὐ κακῶς ἐλέγομεν ὡς ἄρα καὶ αὐτὰ τὰ τῆς φιλοσόφου φύσεως μέρη, ὅταν ἐν κακῇ τροφῇ γένηται, αἴτια τρόπον τινὰ τοῦ ἐκπεσεῖν ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ τὰ λεγόμενα ἀγαθά, πλοῦτοί τε καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη παρασκευή;
- Βλέπεις λοιπόν πως δεν είχαμε άδικο να λέμε ότι και αυτά τα συστατικά της φιλοσοφικής φύσης, όταν αναπτυχθούν μες σε κακή ανατροφή, γίνονται τρόπον τινά αφορμή να ξεπέσει από τον προορισμό του, καθώς κι αυτά που λένε αγαθά, τα πλούτη κι όλη η παρόμοια σοδειά;
- Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
- Ὁρᾷς οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι οὐ κακῶς ἐλέγομεν ὡς ἄρα καὶ αὐτὰ τὰ τῆς φιλοσόφου φύσεως μέρη, ὅταν ἐν κακῇ τροφῇ γένηται, αἴτια τρόπον τινὰ τοῦ ἐκπεσεῖν ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ τὰ λεγόμενα ἀγαθά, πλοῦτοί τε καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη παρασκευή;
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἑκάβηw, στίχ. 599 (599-601)
- ἆρ᾽ οἱ τεκόντες διαφέρουσιν ἢ τροφαί; | ἔχει γε μέντοι καὶ τὸ θρεφθῆναι καλῶς | δίδαξιν ἐσθλοῦ·
- Οι γονιοί τάχα διαφέρουνε; η ανατροφή; | Γιατί, κι ο τρόπος που αναθρέφεται ο καθένας | βοηθάει στην αρετή·
- Μετάφραση (1994): Γιώργος Γεραλής, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος @greek‑language.gr
- ἆρ᾽ οἱ τεκόντες διαφέρουσιν ἢ τροφαί; | ἔχει γε μέντοι καὶ τὸ θρεφθῆναι καλῶς | δίδαξιν ἐσθλοῦ·
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 3.1
- γεύμα
- (για ζώα) εκτροφή, διατροφή
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 65.5
- τροφὴ μὲν δὴ αὐτοῖσι τοιαύτη ἀποδέδεκται·
- Έτσι λοιπόν είναι κανονισμένη η διατροφή των ζώων·
- Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- τροφὴ μὲν δὴ αὐτοῖσι τοιαύτη ἀποδέδεκται·
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 65.5
- ο τόπος όπου εκτρέφονται ζώα
- (σε ποιητές, για ανθρώπους ή ζώα) η νέα γενιά, τα νεαρά ζώα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 189 (188-189)
- [ΣΙΛΗΝΟΣ] ἰδού· τάδ᾽ ὑμῖν ποιμνίων βοσκήματα, | ἄναξ Ὀδυσσεῦ, μηκάδων ἀρνῶν τροφαί,
- [ΣΙΛΗΝΟΣ] Ορίστε, βασιλιά Δυσσέα, αρνάκια απ᾽ το κοπάδι, | που τ᾽ αναθρέψαν φωνακλούδες προβατίνες·
- Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
- [ΣΙΛΗΝΟΣ] ἰδού· τάδ᾽ ὑμῖν ποιμνίων βοσκήματα, | ἄναξ Ὀδυσσεῦ, μηκάδων ἀρνῶν τροφαί,
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 189 (188-189)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τροφή - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- τροφή - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Θουκυδίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σοφοκλή (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)