Μετάβαση στο περιεχόμενο

τροφή

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τροφή οι τροφές
      γενική της τροφής των τροφών
    αιτιατική την τροφή τις τροφές
     κλητική τροφή τροφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τροφή < αρχαία ελληνική τροφή < τρέφω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τροφή θηλυκό

  1. ουσία που καταναλώνεται από ένα οργανισμό για να διατηρηθεί αυτός στη ζωή
  2. οτιδήποτε τρώγεται
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε συντελεί στην ανάπτυξη κάποιου πράγματος
    παράδειγμα  Τα βιβλία είναι η τροφή της σκέψης.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τροφή αἱ τροφαί
      γενική τῆς τροφῆς τῶν τροφῶν
      δοτική τῇ τροφ ταῖς τροφαῖς
    αιτιατική τὴν τροφήν τὰς τροφᾱ́ς
     κλητική ! τροφή τροφαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τροφᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  τροφαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
τροφή < τρέφω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

τροφή, -ῆς θηλυκό

  1. τροφή, τρόφιμα
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 4, 6.1
    ἅμα δὲ πρῲ ἐσβαλόντες καὶ τοῦ σίτου ἔτι χλωροῦ ὄντος ἐσπάνιζον τροφῆς τοῖς πολλοῖς, χειμών τε ἐπιγενόμενος μείζων παρὰ τὴν καθεστηκυῖαν ὥραν ἐπίεσε τὸ στράτευμα.
    Εκτός απ᾽ αυτό είχαν κάνει την εισβολή πολύ νωρίς την άνοιξη και το σιτάρι ήταν ακόμα χλωρό. Σπάνιζαν τα τρόφιμα για τον στρατό κι έπεσε και μεγάλη κακοκαιρία, παρά την εποχή, και ο στρατός ταλαιπωρήθηκε πολύ.
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr
  2. τρόπος ζωής, διαβίωση
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 338 (337-338)
    [ΟΙΔΙΠΟΥΣ] ὦ πάντ᾽ ἐκείνω τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ νόμοις | φύσιν κατεικασθέντε καὶ βίου τροφάς·
    [ΟΙΔΙΠΟΥΣ] Κατάλαβα. Εκείνοι οι δυο πήρανε τις συνήθειες | της Αιγύπτου στο φυσικό τους και στον τρόπο της ζωής.
    Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
  3. ανατροφή, διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 3.1
    κατὰ μὲν δὴ τὴν τροφὴν τῶν παιδίων τοσαῦτα ἔλεγον,
    Αυτά λοιπόν μου είπαν σχετικά με το πώς μεγάλωσαν τα δυο παιδιά.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι, στίχ. 561 (561-562)
    τροφαί θ᾽ αἱ παιδευόμεναι | μέγα φέρουσ᾽ εἰς τὰν ἀρετάν·
    κι η ανατροφή | πολύ βοηθά στης αρετής το δρόμο·
    Μετάφραση (1972) Η Ιφιγένεια στην Αυλίδα: Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 6, 495a
    Ὁρᾷς οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὅτι οὐ κακῶς ἐλέγομεν ὡς ἄρα καὶ αὐτὰ τὰ τῆς φιλοσόφου φύσεως μέρη, ὅταν ἐν κακῇ τροφῇ γένηται, αἴτια τρόπον τινὰ τοῦ ἐκπεσεῖν ἐκ τοῦ ἐπιτηδεύματος, καὶ τὰ λεγόμενα ἀγαθά, πλοῦτοί τε καὶ πᾶσα ἡ τοιαύτη παρασκευή;
    Βλέπεις λοιπόν πως δεν είχαμε άδικο να λέμε ότι και αυτά τα συστατικά της φιλοσοφικής φύσης, όταν αναπτυχθούν μες σε κακή ανατροφή, γίνονται τρόπον τινά αφορμή να ξεπέσει από τον προορισμό του, καθώς κι αυτά που λένε αγαθά, τα πλούτη κι όλη η παρόμοια σοδειά;
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἑκάβηw, στίχ. 599 (599-601)
    ἆρ᾽ οἱ τεκόντες διαφέρουσιν ἢ τροφαί; | ἔχει γε μέντοι καὶ τὸ θρεφθῆναι καλῶς | δίδαξιν ἐσθλοῦ·
    Οι γονιοί τάχα διαφέρουνε; η ανατροφή; | Γιατί, κι ο τρόπος που αναθρέφεται ο καθένας | βοηθάει στην αρετή·
    Μετάφραση (1994): Γιώργος Γεραλής, Αθήνα: Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος @greeklanguage.gr
  4. γεύμα
  5. (για ζώα) εκτροφή, διατροφή
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 65.5
    τροφὴ μὲν δὴ αὐτοῖσι τοιαύτη ἀποδέδεκται·
    Έτσι λοιπόν είναι κανονισμένη η διατροφή των ζώων·
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  6. ο τόπος όπου εκτρέφονται ζώα
  7. (σε ποιητές, για ανθρώπους ή ζώα) η νέα γενιά, τα νεαρά ζώα
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 189 (188-189)
    [ΣΙΛΗΝΟΣ] ἰδού· τάδ᾽ ὑμῖν ποιμνίων βοσκήματα, | ἄναξ Ὀδυσσεῦ, μηκάδων ἀρνῶν τροφαί,
    [ΣΙΛΗΝΟΣ] Ορίστε, βασιλιά Δυσσέα, αρνάκια απ᾽ το κοπάδι, | που τ᾽ αναθρέψαν φωνακλούδες προβατίνες·
    Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]