ατροφικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : διατροφικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατροφικός ατροφική ατροφικό
γενική ατροφικού ατροφικής ατροφικού
αιτιατική ατροφικό ατροφική ατροφικό
κλητική ατροφικέ ατροφική ατροφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατροφικοί ατροφικές ατροφικά
γενική ατροφικών ατροφικών ατροφικών
αιτιατική ατροφικούς ατροφικές ατροφικά
κλητική ατροφικοί ατροφικές ατροφικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατροφικός < ατροφία + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατροφικός, -ή, -ό

  • που σχετίζεται με την ατροφία, αναφέρεται σ' αυτή ή πάσχει απ' αυτή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]