υπερτροφικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερτροφικός υπερτροφική υπερτροφικό
γενική υπερτροφικού υπερτροφικής υπερτροφικού
αιτιατική υπερτροφικό υπερτροφική υπερτροφικό
κλητική υπερτροφικέ υπερτροφική υπερτροφικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερτροφικοί υπερτροφικές υπερτροφικά
γενική υπερτροφικών υπερτροφικών υπερτροφικών
αιτιατική υπερτροφικούς υπερτροφικές υπερτροφικά
κλητική υπερτροφικοί υπερτροφικές υπερτροφικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερτροφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hypertrophique < αρχαία ελληνική ὑπέρ + τροφή < τρέφω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπερτροφικός, -ή, -ό

  1. (ιατρική) που παρουσιάζει υπερτροφία
  2. (μεταφορικά) που είναι υπερβολικά ανεπτυγμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]