υπερβολικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερβολικά < υπερβολικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]υπερβολικά
- περισσότερο από ό,τι θα έπρεπε
- ※ Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερβολικά
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]υπερβολικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υπερβολικό