too

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tuː/
ομόηχο: two

Επίρρημα[επεξεργασία]

too (en)

  1. πάρα πολύ, υπερβολικά, πολύ, χρησιμοποιείται για να δείχνει ότι κάτι είναι κάτι περισσότερο από καλό, απαραίτητο, δυνατό κτλ.
    He thinks too highly of himself.
    Έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
    he drinks too much - πίνει υπερβολικά
    This sweater is too large for me.
    Αυτό το πουλόβερ είναι πολύ φαρδύ για μένα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη excessively
  2. (συνήθως στο τέλος της πρότασης) επίσης, επιπλέον, κι εγώ
    He gave me advice and money too.
    Μου ‘δωσε συμβουλές κι επιπλέον και χρήματα.
    I will buy this too.
    Θα αγοράσω επίσης κι αυτό.
    Show me the way so that I can do it too.
    Δείξε μου τον τρόπο για να το κάνω κι εγώ.
     συνώνυμα: also, → και δείτε τη λέξη additionally

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]