too

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tuː/
ομόηχο: two

Επίρρημα[επεξεργασία]

too (en)

  1. επίσης, επιπλέον
    He gave me advice and money too.
    Μου ‘δωσε συμβουλές κι επιπλέον και χρήματα.
    I will buy this too - θα αγοράσω επίσης κι αυτό
     συνώνυμα: also, → και δείτε τη λέξη additionally
  2. υπερβολικά
    he drinks too much - πίνει υπερβολικά
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη excessively

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 326, 327. ISBN 9780194325684. , λήμμα: επιπλέον, επίσης