Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Επίρρημα
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
excessively
31 γλώσσες
Català
Čeština
English
Español
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Ido
Íslenska
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Русский
Sängö
တႆး
Simple English
Gagana Samoa
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
اردو
Tiếng Việt
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Switch to legacy parser
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
excessively
<
excessive
+
-ly
Επίρρημα
[
επεξεργασία
]
excessively
(en)
υπερβολικά
,
καθ' υπερβολήν
The device is
excessively
complicated.
Η συσκευή είναι
υπερβολικά
πολύπλοκη.
The box is
excessively
big.
Το κουτί
παραείναι
μεγάλο. (
κυριολεκτικά:
Το κουτί είναι
υπερβολικά
μεγάλο.)
It is
excessively
hot today.
Κάνει
υπερβολική
ζέστη σήμερα.
≈
συνώνυμα
:
overly
και
too
Πηγές
[
επεξεργασία
]
excessively
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Λέξεις με επίθημα -ly (αγγλικά)
Αγγλική γλώσσα
Επιρρήματα (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
excessively
31 γλώσσες
Προσθήκη θέματος