excessively

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

excessively < excessive + -ly

Επίρρημα[επεξεργασία]

excessively (en)