υπέρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὑπέρ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπέρ < αρχαία ελληνική ὑπέρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈpɛɾ/

Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

υπέρ

  1. πιο πολύ, πιο πάνω
    υπέρ το δέον (παραπάνω από όσο χρειάζεται)
  2. για να υπερασπιστεί κάποιος κάτι
    Ψήφισε υπέρ της ιδέας.
    Είστε υπέρ ή κατά;
  3. ως πρώτο συνθετικό δίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των λεξων την έννοια της υπερβολής, του περισσότερου από το μέτριο ή από ένα όριο αναφοράς και σπανίως δινει την έννοια της υπεράσπισης ή του τοπικού υπεράνω ή παραπέρα
    υπερτροφικός, υπερτρίχωση, υπερωκεάνιο υπερρεαλισμός, υπέρογκος (υπερβολή)
    υπερώα (ο ουρανίσκος), υπερώο(ο εξώστης), υπερσιβηρικός, υπερυψώνω (τοπικό)
    υπεραμύνομαι, υπερασπίζομαι, υπερψηφίζω (υπεράσπιση)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]