τρόφιμο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρόφιμο τρόφιμα
γενική τροφίμου τροφίμων
αιτιατική τρόφιμο τρόφιμα
κλητική τρόφιμο τρόφιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρόφιμο < ελληνιστική κοινή τρόφιμον < αρχαία ελληνική τρόφιμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τρόφιμο ουδέτερο

  1. οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει τροφή για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα ως προϊόν που μπορεί να αγοραστεί, αποθηκευτεί κλπ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

τρόφιμο αρσενικό ή θηλυκό

  1. τρόφιμος, στην αιτιατική του ενικού