θρεπτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική θρεπτικός θρεπτική θρεπτικό
γενική θρεπτικού θρεπτικής θρεπτικού
αιτιατική θρεπτικό θρεπτική θρεπτικό
κλητική θρεπτικέ θρεπτική θρεπτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θρεπτικοί θρεπτικές θρεπτικά
γενική θρεπτικών θρεπτικών θρεπτικών
αιτιατική θρεπτικούς θρεπτικές θρεπτικά
κλητική θρεπτικοί θρεπτικές θρεπτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρεπτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

θρεπτικός, -ή, -ό

  1. που συμβάλλει στη θρέψη, που περιέχει άφθονα στοιχεία για τη θρέψη
  2. (κατ’ επέκταση) σχετικός με τη θρέψη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]