Μετάβαση στο περιεχόμενο

Essen

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : essen

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Essen die Essen
γενική des Essens der Essen
δοτική dem Essen den Essen
αιτιατική das Essen die Essen

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Essen < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του ρήματος essen (τρώω) [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈɛsn̩/
ⓘ 
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : Es‐sen

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Essen (de) ουδέτερο

  1. το φαγητό, η τροφή, το γεύμα
    παράδειγμα Dieses Essen schmeckt sehr gut.
         Αυτό το φαγητό έχει πολύ καλή γεύση.
    ≈ συνώνυμα: Mahl, Speise
  2. η διαδικασία της κατανάλωσης φαγητού
    παράδειγμα Ich überlege, meine Freunde zum Essen einzuladen.
         Σκέφτομαι να καλέσω τους φίλους μου για φαγητό.
    ≈ συνώνυμα: Mahlzeit
  3. προμήθειες
    παράδειγμα Ich hoffe, Claudius hat genug Essen für unsere Wanderung eingepackt.
         Ελπίζω ο Κλαύδιος να έχει πάρει μαζί του αρκετό φαγητό για την πεζοπορία μας.
  4. διαδικασία της πρόσληψης τροφής
    παράδειγμα Beim Essen verwenden wir Messer und Gabel.
         Όταν τρώμε, χρησιμοποιούμε μαχαίρι και πιρούνι.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παροιμίες

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Essen στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ Essen - Duden online.
  2. ↑ Essen @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Essen < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Essen (de) ουδέτερο

  • το Έσσεν, Lua error in Module:topos at line 97: attempt to index field '?' (a nil value). (υπάρχουν και άλλες, μικρότερες πόλεις που ονομάζονται επίσης Έσσεν)
    παράδειγμα Meine Frau hat gestern in Essen übernachtet.
         Η γυναίκα μου διανυκτέρευσε χθες στο Έσσεν.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

Essen (de)


Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Essen (it)



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Essen < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Essen αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden