Μετάβαση στο περιεχόμενο

πρώην

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: πρῴην

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πρώην < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρῴην

Επίθετο

[επεξεργασία]

πρώην άκλιτο

  • που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
      Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • πρώην: για κάτοχο αξιώματος ή ιδιότητας στο παρελθόν
    παράδειγμα  προσκεκλημένοι στην εκδήλωση ήταν όλοι οι πρώην Πρόεδροι της Δημοκρατίας
  • τέως: για κάτοχο αξιώματος ή ιδιότητας ακριβώς πριν από τον σημερινό κάτοχο ή για τον τελευταίο που το κατείχε
    παράδειγμα  ο τέως βασιλιάς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πρώην αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
      πρώην ἀρχηγὸς εἰς τὰ ἄτακτα στρατεύματα (Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδας, Αρ. 29, 14 Σεπτ. 1833, Ναύπλιον, σελ. 223 )
  2. (κυρίως για ερωτικές σχέσεις) πρώην σύζυγος ή σύντροφος
    παράδειγμα  είδα τον πρώην μου στο δρόμο αγκαζέ με μια ξανθιά

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη πρωί & την αρχαία πρό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]