πρώην

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρώην < αρχαία ελληνική πρῴην< προ- +ων +ην <προ = πριν, ων = υπάρχει, ην = υπήρχε< αυτός που υπήρχε πριν αλλά ακόμη υπάρχει (διότι δεν πέθανε)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρώην άκλιτο

  • που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη πρώην χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε κατείχε στο παρελθόν μια ιδιότητα ή αξίωμα, ενώ η λέξη τέως χρησιμοποιείται γι' αυτόν που κατείχε την ιδιότητα ή το αξίωμα αμέσως πριν από τον σημερινό κάτοχο ή είναι ο τελευταίος που το κατείχε

προσκεκλημένοι στην εκδήλωση ήταν και οι πρώην Πρόεδροι της Δημοκρατίας
ο τέως βασιλιάς

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]