Μετάβαση στο περιεχόμενο

former

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

former (en) (μόνο συγκριτικός)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

former (fr)

  1. (μεταβατικό) διαμορφώνω
  2. (μεταβατικό) καταρτίζω
  3. συγκροτώ
  4. σχηματίζω
  5. εκπαιδεύω
  6. αποτελώ